Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Για να θυμάμαι- 4

Τελευταία μέρα, ξυπνώ και ντύνομαι, κατεβαίνω για πρωινό (νομίζω όσο περνούν οι μέρες, τόσο καλύτερες επιλογές κάνεις για πρωινό) και επιστρέφω στο δωμάτιο για να φτιάξω τα πράγματά μου και το cd της πτυχιακής με τις αλλαγές που μου ζήτησαν.
Την κάνω για βιβλιοθήκη αφού φάω μικρή απογοήτευση γιατί δεν μου δίνουν late check out στο ξενοδοχείο. Κάνουν μισή ώρα να βρουν το cd που τους πήγα 3 μέρες πριν. Αποφάσισα ότι δεν θα εκνευριστώ για τέτοια αλλά ενώ περιμένω μαρτυρώ απαράδεκτη συμπεριφορά υπαλλήλου της βιβλιοθήκης προς φοιτητή και τα παίρνω λίγο μέσα μου. Κάνω τη δουλειά μου και φεύγω.
Δοκιμάζω τη νέα καφετέρια στην  αρχή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας όπου έμενα, το οποίο μου συνέστησε η καθηγήτρια την προηγούμενη μέρα. Κονσέρβα.
Bob Marley

Πολύ καθυστερούν να εξυπηρετήσουν αλλά είναι πανέμορφα Επέλεξα να καθίσω στο παράθυρο για να βλέπω μέσα, αλλά να είμαι έξω και να μπορώ να καπνίσω. Σε κάθε παραθυράκι έχουν και από ένα αντικείμενο να χαζέψεις. Ένα γλαστράκι με ένα μικρό δέντρο κουμ κουάτ, ένα παιδικό παιχνίδι φορτηγό, ένα καρουζέλ που φωτίζεται και γυρνά. Βαζάκια με ζάχαρη σε όλα τα τραπέζια, μέσα ένα μακρύ τραπέζι με coffee table books και παδικά, όμορφες λεπτομέρειες και μια προθήκη με παλιές κονσέρβες. Πίνω ένα χυμό μπανάνα-βύσσινο (μου έλειψε!) και φεύγω για ξενοδοχείο.
Χαζεύω λίγο τις γειτονιές, το άγαλμα του καιόμενου μας (καταλαβαίνεις, μετά το ποίημα στην Γ' Λυκείου πας να σπουδάσεις σε μια πόλη με ένα άλλο καιόμενο, βαφτίζεις τον...)
Κώστας Γεωργάκης


Ξεκουράζομαι λίγο μέχρι να έρθει η ώρα για τσεκ άουτ αφού με περιμένει μεγάλη μέρα, χωρίς λίο χώρο να ησυχάσω, συνεννοούμαι με τη συμφοιτήτρια και δίνουμε ραντεβού στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης.
Κάνουμε τη βόλτα μας στο μουσείο, βλέπουμε την προσωρινή έκθεση για την οποία είχα διαβάσει πριν πάω, φρικάρω με τους Ιάπωνες που έχουν τόσο τρομακτικές ιστορίες και φεύγουμε.


Σε δυσκολεύω, αλλά προσπάθα το.


Πάω για βρωμοφαγητό στα ΜικΜακ, σάντουιτς όπως το έπαιρνα όσο ήμουν στο νησί: τυρί, γαλοπούλα, τυροκαφτερή, καλαμπόκι, ελιές, τομάτα, αγγούρι, πατάτες. Εννοείται ότι είναι βρώμικοι όπως πάντα. Με το γάντι που ακουμπά το ψωμί και τα υλικά, ακουμπά και τους δίσκους, και τις τοστιέρες και τα χρήματα!!!!! Κλασικά, αλλά γιάμ.
Τρώω και κάνω βόλτα μέσω Καμπιέλλο (παλιάς πόλης) στο παλιό λιμάνι (τώρα μαρίνα), για να καταλήξω στην είσοδο του νέου φρουρίου. Ανεβαίνω και βλέπω τη θέα από τη διαδρομή και την κορυφή. Στενοχωριέμαι γιατί κάποτε το bar Morrison είχε τρελό σουξέ εκεί, στην απλωσιά στην κορυφή του φρουρίου, και τώρα το μόνο που υπάρχει είναι μια καφετέρια ίσα ίσα για να ξεδιψάσει ο επισκέπτης, και κλείνει στις 5:00-5:30 το απόγευμα.

Το παλιό φρούριο στο βάθος. Πόση ομορφιά; :)

Κάτω έχει ανοίξει ένα νέο μεξικάνικο, και ένα wine something, έχοντας αλλάξει όλα από 3-4 φορές από τότε που έφυγα.
Κατεβαίνω από την άλλη πλευρά, περνώ από τη Λαΐκή που επιτέλους τέλειωσε, εκσυγχρονίστηκε και έγινε ένας τόπος πιο μαζεμένος και συγυρισμένος. Συνεχίζω προς το κέντρο και καταλήγω πάλι στο Bristol αν και το σχέδιο ήταν να κάτσω στο Petit Fleur, αδερφάκι του μαγαζιού στην Αθήνα. Λογικό, μια σταλιά τόπος, σιγά μην έβρισκα καρέκλα!
Διαβάζω το βιβλίο μου και αποφασίζω ότι είναι ώρα για άλλη μια βόλτα. Πρέπει να διαλέξω μεταξύ καθολικού νεκροταφείου και κανονιού-ποντικονησιού.
Επιλέγω το πρώτο μόνο και μόνο γιατί δεν θέλω να φάω την ώρα μου περιμένοντας λεωφορεία και να εκνευρίζομαι. Εξάλλου η διάθεσή μου είναι για ηρεμία και όχι για πολλά πολλά.

Γυρνώ στο κέντρο, πέρνω ένα χυμό γιάμ γιάμ καρύδα-ανανά και κάθομαι στη σπιανάδα και χαζεύω λίγο.
Η ώρα περνά, πρέπει να την κάνω για καλά. Κατεβαίνω στην πιάτσα, πέρνω ένα ταξί, περνάμε από το ξενοδοχείο, μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγουμε για αεροδρόμιο και Σαλόνικα...

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Συνεννόηση

Στέλλω σου mail με 5 στοιχεία μιας υπόθεσης που θεωρώ ότι είναι αρκετά για τζείνο που ζητώ.
Απαντάς μου με mail ζητώντας ένα στοιχείο το οποίο ήδη σου έδωσα.
Απαντώ σου με mail ότι μπορείς να δεις αυτό που με ρωτάς, πιο κάτω (στο πρώτο mail που έστειλα) με κόκκινα γράμματα.
Απαντάς μου ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ τούτο που περιμένω.

3 φορές σήμερα, με 3 διαφορετικά άτομα, σε 3 διαφορετικές χώρες.
Τι φταίει; 

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Για να θυμάμαι- 3 (και υποστήριξη)

Ξυπνώ, κάνω ντους, φορώ κάτι και κατεβαίνω για πρωινό.
Ξέρω τι θα φάω για να μεν βαρύνει το στομάχι μου, αλλά και να μην νιώθω να πεινώ. Παραδόξως δεν έχει κλείσει το στομάχι, δεν με έχει καταβάλει το άγχος, δεν έχω αναγούλες.
Τρώω και ανεβαίνω να φορέσω κάτι που να αρμόζει στην περίσταση, να πάρω τα αντίγραφά μου, να κάνω μια πρόβα. Τελικά με παίρνει τηλέφωνο η αδερφή και ξεχνάω την πρόβα και βγαίνω χωρίς να τα δω καμιά φορά.
Πάω στο κτίριο και περιμένω να έρθει η ώρα. Δεν είναι κανείς εκεί, οπότε λέω να πάρω κανένα τηλέφωνο (άξιοι είναι να με ξεχάσουν εξάλλου).
μαθαίνουμε και πράματα.
"Έρχομαι, έρχομαι, σιγά σιγά όμως, γιατί έπαθα μια κράμπα από τις 5 το πρωί...έρχεται κι ο κύριος Χ, του μίλησα ήδη, αν τον δεις ανέβα μαζί του στο γραφείο του."
Κι έτσι γίνεται. Έρχεται πρώτα ο άλλος που με χαιρετά και μου λέει ότι στο μυαλό του είχα τελειώσει εδώ και καιρό. (oops!).
Ανεβαίνουμε στο γραφείο και προσπαθεί να με ψαρώσει, αλλά με έχει καταβάλει η αναισθησία μάλλον, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Έρχεται και η άλλη και ξεκινώ να μιλώ. Λέω με τι ασχολήθηκα, Μιλώ λίγο για το θέμα, το συγγραφέα μου, τη δομή του κειμένου, πώς δούλεψα, και δίνω μερικά παραδείγματα που συζήτησα ότι είναι άξια αναφοράς με την καθηγήτριά μου.
Θυμούνται κι άλλα, με ρωτούν συγκεκριμένα, όμορφες ερωτήσεις, μου δίνουν την ευκαιρία να δείξω ότι πίσω από η δουλειά μου υπήρχε σκέψη και έρευνα, ότι ξέρω γιατί έγινε η κάθε επιλογή. Βλέπουν σημεία μες στο κείμενο και με ρωτούν για να μάθουν κάποια πράγματα γιατί ενδιαφέρονται για το θέμα. Ευτυχώς που διάλεξα κάτι που με ενδιέφερε, φαντάσου να με ρωτούσαν με τόσο ενδιαφέρον για πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν!
Το γυρνούν στη γλωσσολογία. Αν μεταφράζω σκεπτόμενη γλωσσολογικά ή αν κατά τη μεταφραστική διαδικασία δεν υπάρχει χώρος για γλωσσολογικές θεωρίες. Απαντώ ειλικρινά. Κρύβω τις αδυναμίες μου χωρίς να αφήνω κενά στην απάντησή μου. Πάλι καλά.
Μου ζητούν να βγω έξω για να βάλουν τους βαθμούς τους.
Κοιτώ το κινητό μου, έχει περάσει μια ώρα. Μου φάνηκαν σαν 10 λεπτά. Ούτε ίδρωσα, ούτε τίποτα.
Ακούω να με φωνάζουν και ξαναμπαίνω μέσα. Μου λένε ότι οι δύο τους έχουν βάλει 10 και μένει ο βαθμός του τρίτου καθηγητή που δεν απαντά το τηλέφωνο. WTF? Θα βάλει βαθμό τηλεφωνικά, χωρίς να του έχω στείλει να δει τουλάχιστον τη δουλειά μου;
Κάθομαι εκεί και μιλάμε για λίγο. Ζητώ τη διεύθυνση του ενός που ασχολείται με το θέμα για να του στείλω δώρο το βιβλίο. Δίνω στην άλλη το δώρο της, το ανοίγει, κλασικά παραπονιέται ότι "δεν έπρεπε" και σχολιάζει (ευτυχώς όσα είχα σκεφτεί κι εγώ όταν το επέλεξα). Καθόμαστε ακόμα κανένα μισάωρο και μιλάμε, επιστρέφει το τηλεφώνημα ο άλλος και βάζει βαθμό κουτουρού, 9. Τον υπεραγαπώ πάλι, αλλά γιατί ρε μαν; Τουλάχιστον πες να δεις πρώτα τη δουλειά μου! Πφφφτ!

Cafe Bristol, est. 1910.


Λέμε να πάμε για καφέ με την καθηγήτρια, και καταλήγουμε στο Μπρίστολ. Με ενημερώνει και γα ένα άλλο καφέ που άνοιξε στον παλιό μου δρόμο. Κάτι είδα, αλλά δεν πολυπρόσεξα.
Κρύα σοκολάτα. Πόσα χρόνια έχω να πιώ κρύα σοκολάτα; Μιλάμε για το μετά, για το "τώρα" της στο τμήμα, για τα θέματά της. Χαίρομαι τον κόσμο, τον καιρό, την ατμόσφαιρα.
Ενημερώνω οικογένεια και φίλους, όσους ρωτούν τι έγινε με την υποστήριξη, και νιώθω να ανασαίνω πιο εύκολα πια, χωρίς αυτό το βάρος στο στήθος μου.

Χαιρετιόμαστε με φιλιά στη μέση του δρόμου και υπόσχεση συνάντησης ξανά, και πάω για δουλειές στη γραμματεία για να παραδώσω βαθμούς και να υπογράψω για ορκωμοσία. Αγοράζω ένα CD για να φτιάξω για το αντίγραφο της γραμματείας μετά από κάποιες διορθώσεις τυπογραφικών (πώς γαμώτο έφυγαν οι σελίδες;). Πάω στο ξενοδοχείο, διορθώνω, αντιγράφω, κανονίζω καφέ με τη συμφοιτήτρια και κοιμάμαι.

not so traditional, but a personal (unhealthy) tradition.


Φαΐ στα αγαπημένα Μουράγια, όπως παλιά, και ούζο. Βόλτα στον Άγιο για κεράκι, βόλτα στο καμπιέλο, και βρίσκω την άλλη στο πεντοφάναρο- κλασικό σημείο συνάντησης.

Πεντοφάναρο.


Καφές στο Ακταίον. Πόσο υπέροχη θέα; Πόσο τυχερή ήμουν που έβλεπα κάθε μέρα αυτή την ομορφιά για τόσο καιρό; Το απλιό φρούριο, οι βαρκούλες από τα παιδιά που κάνουν ιστιοπλοΐα, ο ανεμόμυλος στο βάθος...

Γυρίζω στο ξενοδοχείο μετά από βόλτα στη Σπανάδα, την πλατεία όπου γίνεται ο "καλός λόος" κάθε Πάσχα, και κάθομαι να ηρεμήσω και να κοιμηθώ, έχοντας ψιλοφτιάξει ένα πρόχειρο πρόγραμμα για την τελευταία μου μέρα που να περιλαμβάνει όσα θα μπορούσε να περιλαμβάνει  από όσα θα ήθελα να κάνω.

Λεπτομέρεια από το ξενοδοχείο.