Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Χαλουσινέισιονς

Ήταν εκείνη η γλυκιά στιγμή που πάει να σε πάρει ο ύπνος, που αφήνεσαι -ενσυνείδητα ακόμα- στην αγκαλιά του Μορφέα. Είναι υπέροχο, όταν είσαι άυπνος για τόσες μέρες, είναι σαν να σε τυλίγουν σε ένα λευκό σύνεφο και να σε χαΐδεύει ένα αεράκι απαλό καθώς πετάς στον ουρανό χωρίς αίσθηση του πού είσαι, πότε, τι υποχρεώσεις έχεις..

Ξάπλωνα στο αριστερό πλευρό- πράγμα περίεργο για τον ύπνο μου σε αυτό το κρεβάτι- και είχα το δεξί χέρι λίγο πιο μπροστά από το πρόσωπό μου, πιο πέρα από το μαξιλάρι. Κι ακουμπούσα κάτι που μου φάνηκε να 'ναι ζωντανό, να 'χει ανθρώπινη θερμοκρασία. Και μου φάνηκε ότι είχα κάποιον. 

Ξύπνησα. Δεν αφέθηκα, Είχα χαρεί. Και αμέσως συνειδητοποίησα ότι ήταν κάτι άψυχο που απλά είχε πάρει τη θερμοκρασία μου.

Κι έκλαψα μέχρι να κοιμηθώ.


Πυρετός.