Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

Μυλλωμένον

Μόλις το άκουσα τούτον τζαι εθυνμήθηκα το, τζαι βάλλω σας το δαμέ αν έχει κανέναν που δεν το ξέρει.
Είχα άλλα ποστ στο νου μου, αλλά ο νους μου εν σώννει ούτε τόσο για κάτι εχτός τούτου, οπότε εντζόϊ.

(ππαρένταλ αντβάιζορι κλπ: ακολουθεί μυλλωμένον Μιχαηλίδικον)

το πάλλιωμα του βίλλου με τον πούττον

Ο βίλλος εσηκώθηκεν μιαν νύχταν θυμωμένος
βαρβάτος, ολοκότσιηνος, κκεφάτος, καυλωμένος.
Τζι άννοιξεν το ρουθούνιν του πόσιει στην τζιεφαλήν του
τζι ένα κομμάτιν σίερον έκαμεν το κορμίν του.
Τζιαι μιαν μανιέραν έπιασεν τζιαι στο πουττίν γυρίζει
τζιαι τέθκοια λόγια του λαλεί, τέθκοια το φοβερίζει:
-Πουττίν σσιιστόν, πουττίν πελλόν, εννά σε κουπανήσω
τζι ολόϊσια στην τρύπαν σου σαν ταύρος θα ορμήσω
τζι αν έν΄ τζι η τρύπα σου στενή, εγιώ θα την ι-σσιίσω.
Θα σ΄ αναγείρω πκιο βαθκιά, στον πάτον σου θα φτάσω
τζι εννά γαμώ τζι εννά γαμώ τζι έθθεν για να χορτάσω.
Εννά σε κάμω, ρε πουττίν, συγγνώμην να ζητήσεις,
τ΄ αρτζίδκια μου τα κρεμμαστά θα σσίυψεις να φιλήσεις
τζιαι μιαν τζιαι δκυο τζιαι τρεις φορές μιτά μου έννα χύσεις.
Ομως, πούττε, λαλώ σου το, έθθεν να σύρω πίσω,
αν δεν σε κάμω λάχανον <τζι>έθθεν να παραιτήσω,
ωσότου να μου πεις «αμάν», ωσότου σε νικήσω.
Στον βίλλον που συνέχισεν τζιείντα καμώματά του,
Ο πούττος εν εβάσταξεν τζιαι τέθκοια απαντά του:
-Ρε βίλλε ανοστόπλαστε, πόσιεις έναν αμμάτιν,
εγίνης μου αήττητος, μεγάλον πκιον κακκάτιν.
Μα τούτα ούλα που λαλείς εγιώ εν τα στιμιάζω
τζι ούτε πως είσαι, σγοιάν λαλείς, εγιώ σε λοαρκάζω.
Τζιαι αν λαλείς πως με νικάς, έν΄ κουτουρού λοούδκια,
η αλουπού στον ύπνον της θωρεί πετειναρούδκια!
Εγιώ τωρά σε προκαλώ το έργον σου ν΄ αρχίσεις,
να δούμεν αν, όπως λαλείς, βίλλε, θα με νικήσεις.
Ο βίλλος εσηκώθηκεν τζι άρτζιεψεν τον αγώνα,
πάνω στον πούττον στάθηκεν σγοιάν να ΄τουν μια κολόνα.
Τζιείν΄ η κκελλέ εγίνηκεν κότσιηνη πομιλόρι,
φτάννει στην τρύπαν του πουττιού τζιαι μπαίννει με το ζόρι.
Τραβά βαθκιά ούλλος χαράν, στον πάτον του πεζεύκει,
τζιαι που του άρεσεν πολλά άρτζιεψεν να χορεύκει.
Δώσ΄ του χορόν τζιαι άππηον, σαν να ΄τουν μεθυσμένος,
τον πούττον ενεκάτσιασεν, ο τρισκαταραμένος.
Ο πούττος εσιώπησεν -με σιιόνιν, με χαλάζι!-
του βίλλου τες παλλικαρκές θωρεί τζιαι κάμνει χάζι.
Ο βίλλος άμα έκαμεν τζιείντα καμώματά του,
μέσα στον πούττον άρτζιεψεν τζιαι τα ξεράματά του.
Που τα πολλά τα ξερατά, εγίνην χλωμιασμένος
τζι απού ΄τουν σγοιάν το σίδερον, βαρβάτος, καυλωμένος,
ήρτεν τζι εγίνην μια μπουτσιά, χλωμός τζιαι μαραμμένος.
Από τον πούττον έβκηκεν τζι εστάθην ντροπιασμένος,
μες στο πετσίν του κρύφτηκεν, σαν γέρος ποσταμένος.
Ο πούττος τζιείνην την στιγμήν γελά τζιαί χαχχανίζει,
του βίλλου τέθκοια του λαλεί, τέθκοια του μουρμουρίζει:
-Ελα, ρε βίλλε, καρτερώ, ξανάμπα στο τρυπίν μου,
χόρεψε, σούστου όσο μπορείς, ν΄ αναπαυτεί η ψυσιή μου.
Είντα ΄ν΄που έπαθες τωρά τζι είσαι σαν σκοτωμένος,
είδες είντα ΄ν΄πο σου ΄λεα, πως θά ΄φκεις νικημένος;
εγιώ ρε βίλλε, σατανά, μονάμματε, σακκάτη,
φτάννει να θέλω που καρκιάς, να βάλω το γινάτι
τζιαι δέκα βίλλους σαν εσέν μπορώ να τους νικήσω
τον έναν πίσω τ΄ αλλουνού τζι έθθα το χαπαρίσω.
Ο βίλλος που την αντροπήν έμεινεν μουρρωμένος,
σγοιά το παιξούμενον πουλλίν, ήταν ο καημένος.
Τζιείντο πολλύν φουμίσιν του καπνός τζιαι διαλύθην
τζιαι έκαμεν παραδοχήν ότι πως ενικήθην.
Οι πρωτινοί λαλούσασιν ο πούττος πως έν΄ κάστρον,
πιάννει το βίλλον που το φτιν τζιαι παίρνει τον στον μάστρον.
Οταν γεράσ΄ ο άδρωπος, ο βίλλος πεθανίσκει,
ο πούττος όπως ήταν πριν τζιαι στα στερνά μεινίσκει.
Η ιστορία ετέλειωσεν, το νόημα έν΄ τούτον:
προσέχετε τον βίλλον σας, κοπέλλια που τον πούττον.
Δέκα φορές απανωτά τον πούττον να γαμήσεις,
ποττέ μεν βάλεις κατά νουν πως έννα τον γιρτίσεις,
την θάλασσαν με μιαν ποτσούν μπορείς να ξηντιλήσεις;

7 σχόλια:

Δρακουλίνα είπε...

Ok this is a scary coincidence. Άκουα το εχτές τούτο.

Dementia_Inc είπε...

Interesting!
Αν και παίζει να κατάλαβα τα 2/3 και θα 'θελα να ήξερα αν το θυμόσουν όλο απ'έξω..

Moonlight είπε...

@Δρακουλίνα: Πού ήσουν εχτές; Κάτι έχω υπ'όψην, γι'αυτό ρωτώ! ;)

@Dementia: Από κοντά θα σου εξηγήσω ότι δεν κατάλαβες, είναι πολλά για εδώ. ΟΧΙ, δεν το θυμάμαι απ'έξω (φυσικά)!!!

Δρακουλίνα είπε...

Πε μου την αλήθκειαν τωρά...είσαι ο παπάς μου?

Moonlight είπε...

Χαχαχα! Εν νομίζω! :S
Τραγουδά κάπου ο παπάς σου; Λαλούν τον τζαι Jimmy;;;
Γιατι τζι εγώ άκουσα το εψές, γι'αυτό λαλώ ότι κάτι έχω υπ'όψην!

Δρακουλίνα είπε...

Hahaha :) Τραγουδά στο σπίτι Παρασκευές και Σάββατα μετά τις 8. Αν δεν είσαι καμμιά γειτόνισσα μάλλον πρόκειται περί συμπτώσεως.

Moonlight είπε...

Κουλ σύμπτωση τότε διότι έννεν που τον παπά σου που το άκουσα! (ήταν πολλά μετά τες 8, γι'αυτό!)