Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Για να θυμάμαι- 4

Τελευταία μέρα, ξυπνώ και ντύνομαι, κατεβαίνω για πρωινό (νομίζω όσο περνούν οι μέρες, τόσο καλύτερες επιλογές κάνεις για πρωινό) και επιστρέφω στο δωμάτιο για να φτιάξω τα πράγματά μου και το cd της πτυχιακής με τις αλλαγές που μου ζήτησαν.
Την κάνω για βιβλιοθήκη αφού φάω μικρή απογοήτευση γιατί δεν μου δίνουν late check out στο ξενοδοχείο. Κάνουν μισή ώρα να βρουν το cd που τους πήγα 3 μέρες πριν. Αποφάσισα ότι δεν θα εκνευριστώ για τέτοια αλλά ενώ περιμένω μαρτυρώ απαράδεκτη συμπεριφορά υπαλλήλου της βιβλιοθήκης προς φοιτητή και τα παίρνω λίγο μέσα μου. Κάνω τη δουλειά μου και φεύγω.
Δοκιμάζω τη νέα καφετέρια στην  αρχή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας όπου έμενα, το οποίο μου συνέστησε η καθηγήτρια την προηγούμενη μέρα. Κονσέρβα.
Bob Marley

Πολύ καθυστερούν να εξυπηρετήσουν αλλά είναι πανέμορφα Επέλεξα να καθίσω στο παράθυρο για να βλέπω μέσα, αλλά να είμαι έξω και να μπορώ να καπνίσω. Σε κάθε παραθυράκι έχουν και από ένα αντικείμενο να χαζέψεις. Ένα γλαστράκι με ένα μικρό δέντρο κουμ κουάτ, ένα παιδικό παιχνίδι φορτηγό, ένα καρουζέλ που φωτίζεται και γυρνά. Βαζάκια με ζάχαρη σε όλα τα τραπέζια, μέσα ένα μακρύ τραπέζι με coffee table books και παδικά, όμορφες λεπτομέρειες και μια προθήκη με παλιές κονσέρβες. Πίνω ένα χυμό μπανάνα-βύσσινο (μου έλειψε!) και φεύγω για ξενοδοχείο.
Χαζεύω λίγο τις γειτονιές, το άγαλμα του καιόμενου μας (καταλαβαίνεις, μετά το ποίημα στην Γ' Λυκείου πας να σπουδάσεις σε μια πόλη με ένα άλλο καιόμενο, βαφτίζεις τον...)
Κώστας Γεωργάκης


Ξεκουράζομαι λίγο μέχρι να έρθει η ώρα για τσεκ άουτ αφού με περιμένει μεγάλη μέρα, χωρίς λίο χώρο να ησυχάσω, συνεννοούμαι με τη συμφοιτήτρια και δίνουμε ραντεβού στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης.
Κάνουμε τη βόλτα μας στο μουσείο, βλέπουμε την προσωρινή έκθεση για την οποία είχα διαβάσει πριν πάω, φρικάρω με τους Ιάπωνες που έχουν τόσο τρομακτικές ιστορίες και φεύγουμε.


Σε δυσκολεύω, αλλά προσπάθα το.


Πάω για βρωμοφαγητό στα ΜικΜακ, σάντουιτς όπως το έπαιρνα όσο ήμουν στο νησί: τυρί, γαλοπούλα, τυροκαφτερή, καλαμπόκι, ελιές, τομάτα, αγγούρι, πατάτες. Εννοείται ότι είναι βρώμικοι όπως πάντα. Με το γάντι που ακουμπά το ψωμί και τα υλικά, ακουμπά και τους δίσκους, και τις τοστιέρες και τα χρήματα!!!!! Κλασικά, αλλά γιάμ.
Τρώω και κάνω βόλτα μέσω Καμπιέλλο (παλιάς πόλης) στο παλιό λιμάνι (τώρα μαρίνα), για να καταλήξω στην είσοδο του νέου φρουρίου. Ανεβαίνω και βλέπω τη θέα από τη διαδρομή και την κορυφή. Στενοχωριέμαι γιατί κάποτε το bar Morrison είχε τρελό σουξέ εκεί, στην απλωσιά στην κορυφή του φρουρίου, και τώρα το μόνο που υπάρχει είναι μια καφετέρια ίσα ίσα για να ξεδιψάσει ο επισκέπτης, και κλείνει στις 5:00-5:30 το απόγευμα.

Το παλιό φρούριο στο βάθος. Πόση ομορφιά; :)

Κάτω έχει ανοίξει ένα νέο μεξικάνικο, και ένα wine something, έχοντας αλλάξει όλα από 3-4 φορές από τότε που έφυγα.
Κατεβαίνω από την άλλη πλευρά, περνώ από τη Λαΐκή που επιτέλους τέλειωσε, εκσυγχρονίστηκε και έγινε ένας τόπος πιο μαζεμένος και συγυρισμένος. Συνεχίζω προς το κέντρο και καταλήγω πάλι στο Bristol αν και το σχέδιο ήταν να κάτσω στο Petit Fleur, αδερφάκι του μαγαζιού στην Αθήνα. Λογικό, μια σταλιά τόπος, σιγά μην έβρισκα καρέκλα!
Διαβάζω το βιβλίο μου και αποφασίζω ότι είναι ώρα για άλλη μια βόλτα. Πρέπει να διαλέξω μεταξύ καθολικού νεκροταφείου και κανονιού-ποντικονησιού.
Επιλέγω το πρώτο μόνο και μόνο γιατί δεν θέλω να φάω την ώρα μου περιμένοντας λεωφορεία και να εκνευρίζομαι. Εξάλλου η διάθεσή μου είναι για ηρεμία και όχι για πολλά πολλά.

Γυρνώ στο κέντρο, πέρνω ένα χυμό γιάμ γιάμ καρύδα-ανανά και κάθομαι στη σπιανάδα και χαζεύω λίγο.
Η ώρα περνά, πρέπει να την κάνω για καλά. Κατεβαίνω στην πιάτσα, πέρνω ένα ταξί, περνάμε από το ξενοδοχείο, μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγουμε για αεροδρόμιο και Σαλόνικα...

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Συνεννόηση

Στέλλω σου mail με 5 στοιχεία μιας υπόθεσης που θεωρώ ότι είναι αρκετά για τζείνο που ζητώ.
Απαντάς μου με mail ζητώντας ένα στοιχείο το οποίο ήδη σου έδωσα.
Απαντώ σου με mail ότι μπορείς να δεις αυτό που με ρωτάς, πιο κάτω (στο πρώτο mail που έστειλα) με κόκκινα γράμματα.
Απαντάς μου ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ τούτο που περιμένω.

3 φορές σήμερα, με 3 διαφορετικά άτομα, σε 3 διαφορετικές χώρες.
Τι φταίει; 

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Για να θυμάμαι- 3 (και υποστήριξη)

Ξυπνώ, κάνω ντους, φορώ κάτι και κατεβαίνω για πρωινό.
Ξέρω τι θα φάω για να μεν βαρύνει το στομάχι μου, αλλά και να μην νιώθω να πεινώ. Παραδόξως δεν έχει κλείσει το στομάχι, δεν με έχει καταβάλει το άγχος, δεν έχω αναγούλες.
Τρώω και ανεβαίνω να φορέσω κάτι που να αρμόζει στην περίσταση, να πάρω τα αντίγραφά μου, να κάνω μια πρόβα. Τελικά με παίρνει τηλέφωνο η αδερφή και ξεχνάω την πρόβα και βγαίνω χωρίς να τα δω καμιά φορά.
Πάω στο κτίριο και περιμένω να έρθει η ώρα. Δεν είναι κανείς εκεί, οπότε λέω να πάρω κανένα τηλέφωνο (άξιοι είναι να με ξεχάσουν εξάλλου).
μαθαίνουμε και πράματα.
"Έρχομαι, έρχομαι, σιγά σιγά όμως, γιατί έπαθα μια κράμπα από τις 5 το πρωί...έρχεται κι ο κύριος Χ, του μίλησα ήδη, αν τον δεις ανέβα μαζί του στο γραφείο του."
Κι έτσι γίνεται. Έρχεται πρώτα ο άλλος που με χαιρετά και μου λέει ότι στο μυαλό του είχα τελειώσει εδώ και καιρό. (oops!).
Ανεβαίνουμε στο γραφείο και προσπαθεί να με ψαρώσει, αλλά με έχει καταβάλει η αναισθησία μάλλον, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Έρχεται και η άλλη και ξεκινώ να μιλώ. Λέω με τι ασχολήθηκα, Μιλώ λίγο για το θέμα, το συγγραφέα μου, τη δομή του κειμένου, πώς δούλεψα, και δίνω μερικά παραδείγματα που συζήτησα ότι είναι άξια αναφοράς με την καθηγήτριά μου.
Θυμούνται κι άλλα, με ρωτούν συγκεκριμένα, όμορφες ερωτήσεις, μου δίνουν την ευκαιρία να δείξω ότι πίσω από η δουλειά μου υπήρχε σκέψη και έρευνα, ότι ξέρω γιατί έγινε η κάθε επιλογή. Βλέπουν σημεία μες στο κείμενο και με ρωτούν για να μάθουν κάποια πράγματα γιατί ενδιαφέρονται για το θέμα. Ευτυχώς που διάλεξα κάτι που με ενδιέφερε, φαντάσου να με ρωτούσαν με τόσο ενδιαφέρον για πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν!
Το γυρνούν στη γλωσσολογία. Αν μεταφράζω σκεπτόμενη γλωσσολογικά ή αν κατά τη μεταφραστική διαδικασία δεν υπάρχει χώρος για γλωσσολογικές θεωρίες. Απαντώ ειλικρινά. Κρύβω τις αδυναμίες μου χωρίς να αφήνω κενά στην απάντησή μου. Πάλι καλά.
Μου ζητούν να βγω έξω για να βάλουν τους βαθμούς τους.
Κοιτώ το κινητό μου, έχει περάσει μια ώρα. Μου φάνηκαν σαν 10 λεπτά. Ούτε ίδρωσα, ούτε τίποτα.
Ακούω να με φωνάζουν και ξαναμπαίνω μέσα. Μου λένε ότι οι δύο τους έχουν βάλει 10 και μένει ο βαθμός του τρίτου καθηγητή που δεν απαντά το τηλέφωνο. WTF? Θα βάλει βαθμό τηλεφωνικά, χωρίς να του έχω στείλει να δει τουλάχιστον τη δουλειά μου;
Κάθομαι εκεί και μιλάμε για λίγο. Ζητώ τη διεύθυνση του ενός που ασχολείται με το θέμα για να του στείλω δώρο το βιβλίο. Δίνω στην άλλη το δώρο της, το ανοίγει, κλασικά παραπονιέται ότι "δεν έπρεπε" και σχολιάζει (ευτυχώς όσα είχα σκεφτεί κι εγώ όταν το επέλεξα). Καθόμαστε ακόμα κανένα μισάωρο και μιλάμε, επιστρέφει το τηλεφώνημα ο άλλος και βάζει βαθμό κουτουρού, 9. Τον υπεραγαπώ πάλι, αλλά γιατί ρε μαν; Τουλάχιστον πες να δεις πρώτα τη δουλειά μου! Πφφφτ!

Cafe Bristol, est. 1910.


Λέμε να πάμε για καφέ με την καθηγήτρια, και καταλήγουμε στο Μπρίστολ. Με ενημερώνει και γα ένα άλλο καφέ που άνοιξε στον παλιό μου δρόμο. Κάτι είδα, αλλά δεν πολυπρόσεξα.
Κρύα σοκολάτα. Πόσα χρόνια έχω να πιώ κρύα σοκολάτα; Μιλάμε για το μετά, για το "τώρα" της στο τμήμα, για τα θέματά της. Χαίρομαι τον κόσμο, τον καιρό, την ατμόσφαιρα.
Ενημερώνω οικογένεια και φίλους, όσους ρωτούν τι έγινε με την υποστήριξη, και νιώθω να ανασαίνω πιο εύκολα πια, χωρίς αυτό το βάρος στο στήθος μου.

Χαιρετιόμαστε με φιλιά στη μέση του δρόμου και υπόσχεση συνάντησης ξανά, και πάω για δουλειές στη γραμματεία για να παραδώσω βαθμούς και να υπογράψω για ορκωμοσία. Αγοράζω ένα CD για να φτιάξω για το αντίγραφο της γραμματείας μετά από κάποιες διορθώσεις τυπογραφικών (πώς γαμώτο έφυγαν οι σελίδες;). Πάω στο ξενοδοχείο, διορθώνω, αντιγράφω, κανονίζω καφέ με τη συμφοιτήτρια και κοιμάμαι.

not so traditional, but a personal (unhealthy) tradition.


Φαΐ στα αγαπημένα Μουράγια, όπως παλιά, και ούζο. Βόλτα στον Άγιο για κεράκι, βόλτα στο καμπιέλο, και βρίσκω την άλλη στο πεντοφάναρο- κλασικό σημείο συνάντησης.

Πεντοφάναρο.


Καφές στο Ακταίον. Πόσο υπέροχη θέα; Πόσο τυχερή ήμουν που έβλεπα κάθε μέρα αυτή την ομορφιά για τόσο καιρό; Το απλιό φρούριο, οι βαρκούλες από τα παιδιά που κάνουν ιστιοπλοΐα, ο ανεμόμυλος στο βάθος...

Γυρίζω στο ξενοδοχείο μετά από βόλτα στη Σπανάδα, την πλατεία όπου γίνεται ο "καλός λόος" κάθε Πάσχα, και κάθομαι να ηρεμήσω και να κοιμηθώ, έχοντας ψιλοφτιάξει ένα πρόχειρο πρόγραμμα για την τελευταία μου μέρα που να περιλαμβάνει όσα θα μπορούσε να περιλαμβάνει  από όσα θα ήθελα να κάνω.

Λεπτομέρεια από το ξενοδοχείο.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

ROM

Πώς είναι η μνήμη σου;
Η δική μου νόμιζα ότι είναι χάλια μέχρι πρόσφατα. Δεν θυμούμαι τίποτε, έλεγα. Και όντως είχα πολύ πρόβλημα στο σχολείο πάντα με το μάθημα της ιστορίας. Δεν είχε μια λογική σειρά, δεν είχα φαντασία να τα κάνω εικόνες στο μυαλό μου, δεν κατάφερνα να μάθω τίποτε απ'έξω, είχα πρόβλημα. Το χειρότερο ήταν με τις ημερομηνίες. Να μην μπορώ να θυμάμαι τίποτε.
Και αυτό πάει και με τα γενέθλια. Δεν θυμάμαι γενέθλια, επετείους, γιορτές. Στο περίπου ναι. Ακριβώς όχι.
Θυμούμαι τα γενέθλια που εν κοντά στο Πάσχα, που πέφτουν κάποιες φορές καθαρά δευτέρα, κοντά στα Χριστούγεννα, αν είναι χειμώνα ή καλοκαίρι, αλλά τα θυμούμαι επειδή τα συνδυάζω με άλλα πράματα. Όχι την ημερομηνία.
Μαθαίνω κάτι, το μαθαίνω όντως. Το κατανοώ, το φέρνω στα μέτρα μου,μ το μαθαίνω. το θυμάμαι για καιρό, αλλά όχι για πάντα αν δεν το χρησιμοποιώ. Παπαγαλία τίποτε. Αδύνατον.

Στην άλλη άκρη έχουμε άχρηστες πληροφορίες για τις ιστορίες δολοφόνων, για συνταγές, για ρούχα που φορούσε κάποιος κάπου κάποια μέρα που έγινε κάποια συνάντηση/συζήτηση, χτες θυμήθηκα πού ήμουν και τι έκανα (ψώνιζα ένα φόρεμα μωβ-πορτοκαλί-άσπρο) όταν άκουσα για πρώτη φορά ένα συγκεκριμένο τραγούδι, από πού αγόρασε κάποιος ένα ρούχο, και επίσης θύμισα σε μια φίλη ποια ταινίες πήγε να δει πρόσφατα στο σινεμά και είδε το τρέιλερ μιας ταινίας που θυμόταν. Η ίδια δεν θυμόταν τι ταινία είχε πάει να δει, κι εγώ θυμόμουν ρε φίλε. Θυμούμαι ότι κάποιος δεν τρώει κάτι, χωρίς να έχουμε πάει ασπούμε για φαΐ μαζί για να γίνει θέμα, θυμούμαι ιστορίες των γονιών μου που άκουγα πιο μικρή για τους καιρούς τους, αλλά και πάλε θυμούμαι πληροφορίες ασήμαντες, όπως τι είναι το "σύνθετο" τζαι τέτοια άκυρα. Και μετά κατάλαβα ότι έχω φίλους που λεν για μένα ότι θυμούμαι τα πάντα. Χωρίς να πω τίποτε. Σε στυλ να μιλούμε και να παίζει συζήτηση:
Φ1: εσύ γιατί τα ξέρεις τούτα;
Μ: έτυχε να το ακούσω που το αναφέραν οι τάδε.
Φ2: τζι εσύ εν πράματα που ρωτάς, αφού ξέρεις ότι η Moonlight θυμάται τα πάντα.
*Μ: κούχου. πότε εν τα γενέθλια σου είπαμε; κοντεύκουν έννεν;*

Τζαι μετά έχουμε το πιο εκνευριστικό για μένα.
Θυμούμαι που θυμούμαι τόσα άκυρα. Τες τελευταίες μέρες έχω 2 πράματα που δεν θυμούμαι τη συζήτηση και δεν θυμούμαι ποιός και πού και πότε και γιατί μου τα είπαν. Το ένα ήταν για την ακουαπονία που ελάλεν ο ινβίκτους, το άλλο ήταν για τον αμερικάνο στη Λάρνακα με τα 3 φαγητά που κάμνει που δεν μου αρέσκει ούτε ένα που τα 3 αλλά κάποιος μου το έλεε. Τζαι εκνευρίζουμαι που δεν θυμούμαι κάτι άλλο που τούτες τες συζητήσεις, χωρίς να ξέρω γιατί εκνευρίζουμαι, αλλά εκνευρίζουμαι.
Είπα το της Αλισαβούς, η οποία επίσης έχει νομίζω κάποιο θέμα με τη μνήμη, αλλά εντελώς διαφορετικό που τούτο, τζαι λαλεί μου εν σάννα θυμάσαι την κουτουλιά του Ζιντάν αλλά όι σε ποιό ματς/λεπτό/πότε. Αφού θυμάσαι το γεγονός, τι σε κόφτει;
Τζαι ρε φίλε, η μάππα δεν είναι μες στα ενδιαφέροντά μου, βασικά δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά που τα ενδιαφέροντά μου, τζαι λαλώ της "α ναι, ήταν τελικός μουντιάλ πάλε έννε, εν τον τάδε που κουτούλλησε, θυμούμαι ήμουν στο σπίτι του τάδε, στην Αθήνα πας στον καναπέ τζαι έβλεπε το" (σημείωσε ότι θυμούμαι τζαι ΠΩΣ εκαθούμασταν τζαι το τι έλεε ο άλλος βλέποντας το παιχνίδι).
Δηλαδή καταντά αηδία αλλά που την άλλη άμα σε κάποιες περιπτώσεις εν σάννα τζαι εξαφανιστήκαν που το μυαλό σου τούτα ούλλα, εν λογικό λίο να φρικάρεις, n'est ce pas?

Εν θα κάμει σε κάποιον κάποια διαφορά αν θυμούμαι ή όι, αλλά πιάνει με μια ανασφάλεια, ότι μαζί με τούτα θα ξεχνώ κι άλλα, ότι δεν θα είμαι πλέον reliable, ότι δεν θα μπορώ να εμπιστευτώ τη μνήμη μου. Που την άλλη μερικές φορές άμα αναφέρω κάτι για κάποιον φρικάρει λίο που το ξέρω. Ακούουμαι σαν τον stalker που νεκατώνει τα σκουπίθκια του κόσμου για να μάθει πράματα για τζείνους. Αλλά εν νεκατώνω τίποτε. Απλά εν πράματα που μου είπαν σε κάποια φάση τζαι εμείναν μου για κάποιο λόγο. Εν θέλω να είμαι freaky, αλλά εν μου αρέσκει που ξεχνώ τζαι τες μαλακίες που υπό άλλες συνθήκες θα θυμόμουν...

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Για να θυμάμαι -2

Ξυπνώ πρωί, τρώω πρωινό και την κάνω για διάβασμα.
Λιστόν.

Λέω να κατέβω στη θάλασσα, μα αλλάζω γνώμη και καταλήγω στο Μικρό.
Διαβάζω, ετοιμάζω σημειώσεις γι' αυτά που θέλω να πω, βολτάρω πάλι για ώρα, αγοράζω ένα βιβλίο, γυρνώ στο ξενοδοχείο και αφήνω το αντίγραφο της πτυχιακής μου για να ελαφρύνω τη τσάντα, και στη θέση του παίρνω τη φωτογραφική μου μηχανή και την κάνω για το παλιό φρούριο.
Κάθομαι λίγο στο τοίχος δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που μόνο εκκλησία δεν μοιάζει, και χαζεύω το μέρος, τους τουρίστες, τα καραβάκια στη θάλασσα στα δεξιά μου, τους μαθητές ιστιοπλοΐας από τον ναυτικό όμιλο, και τον φάρο ψηλά στα αριστερά μου.
Άγιος Γεώργιος

Θυμάμαι μια νύχτα που τα σκαλιά και οι κολόνες της εκκλησίας βίωσαν γέλια μέχρι δακρύων όταν αποφάσισαν συμφοιτητές μας να κάνουν αναπαράσταση σκηνές από ταινίες της Βουγιουκλάκη.
Ξεκινώ να ανηφορίζω προς το φάρο περνώντας από το cafe-εστιατόριο του φρουρίου- δεν θα βρω χρόνο να καθίσω και εδώ δυστυχώς, από σήραγγες, από παλιά κτίσματα του φρουρίου.
Φτάνω και δυστυχώς για μένα είναι γεμάτο κόσμο. Χαζεύω κι εγώ σαν τουρίστας τη θέα, θυμάμαι στιγμές παλιές πάλι, την Αλισαβού να έχει ξαπλώσει στο διαγώνιο γκρεμό και να κάνει ότι κάνει ορειβασία και να την φωτογραφίζουμε να φαίνεται ότι είναι στο κάθετο για να δείξει στη μάνα της να την αγχώσει.
Εκ δεξιών μου.

Ξεκίνησα να κατεβαίνω προς τον ιστιοπλοϊκό, κι όταν έφτασα στη θάλασσα βρήκα ένα ωραίο σημείο και κάθισα, άνοιξα να διαβάσω το βιβλίο που μόλις αγόρασα με το πόδι βουτηγμένο στο παγωμένο νερό.
Παραλία ιστιοπλοϊκού. Ψόφος το νερό, αλλά οκολάθαρο.


Όταν άρχισα να κρυώνω, άφησα τη μηχανή στο ξενοδοχείο και κατέβηκα για μεσημεριανό στις πιτονοστιμιές. Σουβλάκι, πατατούλες, σαλάτα, τυροκαφτερή, ουζάκι. Είδα ξανά τις σημειώσεις που έφτιαξα για την παρουσίαση, τις έφτιαξα λίγο καλύτερα, επικοινώνησα με μια παλιά συμφοιτήτρια που έγινε πια μόνιμη κάτοικος του νησιού, για να συναντηθούμε την επομένη ή κάτι τέτοιο, και την έκανα για το ξενοδοχείο.
Not seen: ούζο + λεμονάδα.

Πήρα θέση πάλι στο παράθυρο, έκανα μια πρόβα δυνατά αυτά που ήθελα να πω για να δω αν μπορώ να τα πω, έφτιαξα πιο συνοπτικές σημειώσεις, κοιμήθηκα λίγο, ξύπνησα και ξαναπρόβαρα και ξανά νάνι μέχρι την επόμενη μέρα.

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Για να θυμάμαι- 1

Φτάνεις σχεδόν άυπνος .
Με μια ώρα ύπνο στο κρεβάτι σου τζαι ύπνο πας στην καρέκλα του αεροπλάνου (σε όρθια θέση γιατί τζοιμάσαι μόλις κάτσεις πας στην καρέκλα τζαι ποτέ εν την γύρνεις πίσω).
extra legroom, yeah!

Check in στο δωμάτιο, ντους, τσιγάρο και τακτοποίηση και δεν κρατιέσαι να βγεις έξω, κι ας είναι και για δουλίτσες.
Πάω να βρω τη βιβλιοθήκη που μετακόμισε σε άλλο κτίριο.
Ρωτώ απ'έξω μια κοπέλα (προφανώς φοιτήτρια) πού είναι η βιβλιοθήκη. Νομίζω ότι ξέρω τους πάντες ενώ δεν ξέρω κανένα. Μου δείχνει, την ευχαριστώ και πηγαίνω να πάρω τις βεβαιώσεις μου.
Η ανοργανωσιά καλά κρατεί.
Τελειώνω και την κάνω για γραμματεία, στην άλλη άκρη της πόλης.
Παίρνω κάτι να φάω. Κρουασανάκια με γαλοπούλα και κριτσίνια βουτύρου από Artissimo (αμαρτία που αξίζει).
Συγκίνηση ανεβαίνοντας τις σκάλες του Μεγάλου Καποδίστρια όπου στεγάζεται ακόμα η γραμματεία του τμήματός μου.
Η ανοργανωσιά καλά κρατεί (E).
Το σπίτι του Καποδίστρια. Κρίμας το.

Είναι 2 κοπέλες εκεί και μιλούν (για δουλειά) η μια στην άλλη. Τους λέω ότι όπως μου είπε η τάδε συνάδελφός σας ήρθα να αφήσω κάποιες βεβαιώσεις εδώ. Δεν απαντούν απλά μου κουνά η μια το κεφάλι σε στυλ "ναι, άσε τα εδώ". Τις ρωτώ για κάτι που πρέπει να υπογράψω, δεν ξέρουν τίποτα, δεν απαντούν. Ρωτώ πού μπορώ να βρω το πρόγραμμα της εξεταστικής, μου λένε στο ίντερνετ.
Κατεβαίνω και κάθομαι πάνω από το φαληράκι να χαζέψω τη θάλασσα, τη θέα στο Βίδο και στο παλιό φρούριο.

Βίδο.

Η ιστοσελίδα του πανεπιστημίου εν λειτουργεί, άρα ξεκινώ να πάω στο πρώην ψυχιατρείο όπου στεγάζεται πλέον η σχολή μου, να δω αν έχει εξετάσεις η καθηγήτριά μου, αν είναι εκεί.
Ακολουθώ πινακίδες (καινοτομία) και καταλήγω σε ένα κτίριο που ονομάζεται Ιπποκράτης. Γελώ μέσα μου, ούτε καμιά ιατρική σχολή να ήμασταν. Βρίσκω ένα καθηγητή (τον είδα μια φορά στη ζωή μου μόνο), και τον ρωτώ. Μου λέει πως έφυγε αυτή που ψάχνω. Την παίρνω τηλέφωνο και μου λέει πως επιστρέφει.
Πάμε στο γραφείο της και μου λέει τι θέλει περίπου να πω στην παρουσίαση. Είναι λιγότερα και πιο απλά από ό,τι προγραμμάτιζα. Μου λέει να μην αγχώνομαι με όσους τρόπους μπορεί. Μου αλλάζει τη μέρα και ώρα της υποστήριξης.
Μαθαίνω νέα της σχολής και γυρνώ στο ξενοδοχείο γα ξεκούραση κάνοντας τη βόλτα μου από το παλιό μου σπίτι.

Το σπίτι της Moonlight.



Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Λίγο πριν.

Μια πόλη που αγάπησες, που γνώρισες με κάθε καλή διάθεση, μια πόλη που σου έλειψε.
Η πόλη όπου πάντα και ποτέ δεν χανόσουν.
Η πόλη όπου πάντα και ποτέ δεν χάνεσαι.
Επιστροφή και φυγή ξανά.
Κρατώ τη δικαιολογία για να ξαναγυρίσω.
Τέσσερις μέρες ήταν λίγες για να χωρέσουν γεύσεις, μυρωδιές, όψεις, αναμνήσεις, βιώματα, σκέψεις.
Θα ξαναγυρίσω.

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Έλα να πάμε στο νησί.

Ξεκίνησα με τη σκέψη να κάτσώ κάπου παραθαλάσσια, είτε σε κάποια καφετέρια, είτε σε μια αποβάθρα.Περνώντας από το Λιστόν αποφάσισα να κάτσω σε μια από τις καφετέριες εκεί όπως έκανα την πρώτη φορά που βρέθηκα στο νησί με τη μάνα μου για να βρω σπίτι. Να χαζέψω και τον κόσμο. Είπα πρώτα όμως να περάσω από τον Άγιο (μην ρωτάς ποιον άγιο, ένας είναι ο Άγιος για εμάς τους Κερκυραίους, ο Άγιος Σπυρίδωνας), να ανάψω ένα κεράκι. Πέτυχα μια λειτουργία στα ρώσικα, κάθισα 2-3 λεπτά, βγήκα, προσκύνησα, άναψα το κεράκι μου και συνέχισα τη βόλτα μου προς τα πίσω. Τελικά βρέθηκα να περνώ από το "Μικρό cafe" και θυμήθηκα πως χτες είπα να καθόμουν εδώ σήμερα, έτσι ανηφορησα προς τα τραπεζάκια και κάθισα.

Ακούω τις συζητήσεις από τα δίπλα τραπέζια. Άγνωστοι να μιλούν μεταξύ τους. Τέτοια ώρα κυκλοφορούν συνταξιούχοι, ξένοι και οικογένειες.
"Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο, όταν κάνει κάποιος μια δωρεά με φυγκεκριμένο σκοπό, 'το τάδε κτήριο προς χρήση του τάδε ιδρύματος', δεν γίνεται να παραχωρείται αλλού, είναι παράνομο"
"Τα χτένια, αυτές οι μαλακίες, ξέρεις τι ωραία που είναι ρε Κώστα; Αυτές οι μαλακίες που λέμε, είναι τόσο νόστιμες!"
"Ρε Σπύρο όλα θα τα πουλήσουν, την παλιά πόλη κι εμάς μαζί, τους κατοίκους"
"Γιατί δεν είπες της μάνας να σου φτιάξει παστιτσάδο κόκορο;"
Μου έλειψαν οι χαζοκουβέντες τους.

Στο αεροπλανο διάβασα για μια έκθεση που γίνεται στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης και λέω κάποια στιγμή να περάσω. Και μόλις αποφάσισα πού θα πάω βόλτα σήμερα. Και πού θα φάω.


ΥΓ. Μου είπε η καθηγήτρια να πάμε για καφέ το απόγευμα. Λες ή μπα;